Η ανάπλαση του Φαληρικού όρμου αποδίδει χώρο πρασίνου, αναψυχής και ήπιων χρήσεων με υπερτοπικό χαρακτήρα και αποτελεί τη μοναδική δημόσια οικολογική παρέμβαση από τον Πειραιά ως την Βάρκιζα.
Ο Φαληρικός Όρμος δεν χαρίστηκε σε κανέναν.
Κερδήθηκε ως δημόσιος χώρος από αυτούς που το πίστεψαν και το διεκδίκησαν.
Η ανάπλαση του Φαληρικού όρμου αποδίδει χώρο πρασίνου, αναψυχής και ήπιων χρήσεων με υπερτοπικό χαρακτήρα και αποτελεί τη μοναδική δημόσια οικολογική παρέμβαση από τον Πειραιά ως την Βάρκιζα.
Όλες οι άλλες «αναπλάσεις» συνιστούν ιδιωτικές παρεμβάσεις στο δημόσιο ή στον παραχωρημένο χώρο.
Ο σχεδιασμός μπορεί να εξασφαλίζει την οικονομική και λειτουργική αυτονομία του χώρου, μακριά από λογικές άγριας εμπορευματοποίησης.
Ο χώρος αυτός από τους Ολυμπιακούς αγώνες (2004) μέχρι το 2016 είχε εγκαταλειφθεί, υποβαθμιστεί και είχε μετατραπεί σε μια απέραντη χωματερή και ταυτόχρονα επικράτησε άγρια εμπορευματοποίηση της γης και της παραλίας.
Το 2010, μετά από αίτημα του αναπληρωτή υπουργού Περιβάλλοντος το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος χρηματοδότησε μελέτες ανάπλασης.
Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της περιόδου 2013- 14 προσανατολισμένες στην πώληση του «Ελληνικού» δεν υποστήριξαν το αίτημα χρηματοδότησης από την ΕΕ για την ανάπλαση του Φαληρικού όρμου.
Έτσι, η ανάπλαση «πάγωσε» και εγκαταλείφθηκε.
Αυτό, πέρα από επιμέρους αιτιολογίες έχει μία τελικά εξήγηση: σταθερός προσανατολισμός των Κυβερνήσεων εκείνης της περιόδου υπήρξε η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, η εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου (π.χ. «Ελληνικό»).
Έτσι αφενός δεν ήθελαν να υπάρχει ένας δημόσιος χώρος με ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά προς τις ιδιωτικές παρεμβάσεις στο παραλιακό μέτωπο κι αφετέρου η εγκατάλειψη, η παρακμιακή εικόνα ενίσχυε την γνωστή θεωρία: «και τι θέλετε να παραμείνει σκουπιδότοπος; Ας πωληθεί σε ιδιώτες προς αξιοποίηση».
Το 2017 υπήρξε η πρώτη αντίρροπη κίνηση: Η Περιφερειακή Αρχή («Δύναμη Ζωής») και η τότε κυβέρνηση συμφώνησαν και προώθησαν νομοθετική ρύθμιση που διασφάλιζε τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου αποδίδοντας μεγάλο τμήμα του στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, διασφαλίζοντας έτσι τον δημόσιο χαρακτήρα του.
Ένα χρόνο μετά, το έργο της ανάπλασης δημοπρατήθηκε με ίδιους πόρους της Περιφέρειας Αττικής.
Σε μια περίοδο «μνημονίων» που όλα ήταν προς πώληση, αποδεικνύεται ότι το θέμα της διαχείρισης του δημόσιου χώρου είναι πάντα πολιτικό κι όχι «ταμειακό».
Όμως, τα τελευταία 7 χρόνια η ανάπλαση του φαληρικού όρμου πελαγοδρομεί μεταξύ (αδικαιολόγητων) καθυστερήσεων και βρίσκουν την αντίσταση δημοτικών αρχών (Μοσχάτου – Καλλιθέας) και συλλογικοτήτων («Μεσοποταμία», «Ενεργοί Πολίτες»).
Η (προεκλογική) επίσκεψη του πρωθυπουργού πριν λίγες μέρες εντάσσεται σε μια λογική οικειοποίησης του έργου και επικοινωνιακής εκμετάλλευσης.
Χωρίς να κάνει καμία αναφορά στις προσπάθειες, αποφάσεις και ενέργειες προηγούμενων κυβερνήσεων και αυτοδιοικητικών αρχών, ο Μητσοτάκης ήρθε απλά να μας ανακοινώσει ότι αναδείχθηκε ανάδοχος της δεύτερης φάσης του έργου.
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση ουσιαστικά εξαναγκάζεται να συνεχίσει και να ολοκληρώσει, μετά από πολυετείς παλινωδίες, ένα έργο που είναι αντίθετο με τη λογική της και τις επιλογές ιδιωτικοποιήσεων όπως εφαρμόζει.
Για να θυμόμαστε και κάποιες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες: όταν το έργο εισήχθη στο Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής για έγκριση – υλοποίηση, δεν ψηφίστηκε από ΚΑΜΙΑ παράταξη της Αντιπολίτευσης.
