Γ. Γαβρίλης: Μακριά η πολιτεία από τις αλήθειες για πρόληψη, σχεδιασμό και ευθύνη

Για τις φωτιές, οι μισές αλήθειες δεν συνιστούν αλήθεια.

Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα. Η παρατεταμένη ξηρασία, οι υψηλές θερμοκρασίες και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα αυξάνουν την ένταση και την επικινδυνότητα των πυρκαγιών. Η επιστήμη το τεκμηριώνει και τα σύγχρονα μετεωρολογικά μοντέλα μπορούν πλέον να προβλέπουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τόπο, τον χρόνο και τη διάρκεια αυτών των φαινομένων.
Αυτή, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά της αλήθειας.
Αν αποδώσουμε τις καταστροφές αποκλειστικά στην κλιματική κρίση, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε ένα πραγματικό φαινόμενο σε άλλοθι, αποφεύγοντας να συζητήσουμε τις πολιτικές επιλογές που, επί χρόνια, διαμόρφωσαν ένα σύστημα το οποίο αποδεικνύεται ανεπαρκές απέναντι στις νέες συνθήκες.
Η θλίψη για κάθε ανθρώπινη απώλεια είναι αυτονόητη.
Δεν αρκεί, όμως, όταν δεν συνοδεύεται από την πολιτική βούληση να αλλάξουν όσα οδηγούν στις ίδιες τραγωδίες.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι σαφές:
Γιατί ένας σχεδιασμός που αποδεικνύεται διαρκώς ανεπαρκής δεν οδηγεί σε έναν συνολικό ανασχεδιασμό της πολιτικής προστασίας;
Γιατί συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε μεγάλη πυρκαγιά ως ένα μεμονωμένο γεγονός και όχι ως την απόδειξη ότι απαιτείται ένα νέο μοντέλο πρόληψης, οργάνωσης και διαχείρισης του κινδύνου;
Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν αρχίζει όταν ξεσπά η φωτιά.
Αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τον δημόσιο χώρο, τις χρήσεις γης, το πράσινο και τις κρίσιμες δημόσιες υποδομές.
Όταν ο δημόσιος χώρος εγκαταλείπεται, όταν παλιές βιομηχανικές εγκαταστάσεις παραμένουν αναξιοποίητες αντί να αποδίδονται στην κοινωνία ως χώροι πρασίνου, πολιτισμού και αναψυχής, όταν η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος υποχωρεί απέναντι σε αποσπασματικές λογικές αξιοποίησης, τότε η χώρα γίνεται περισσότερο ευάλωτη.
Το ίδιο ισχύει και για τις κρίσιμες υποδομές.
Η συντήρηση και η αντικατάσταση των παλαιών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να αποτελεί διαρκώς δευτερεύουσα προτεραιότητα, όταν από την αξιοπιστία τους εξαρτώνται ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και φυσικός πλούτος.
Το ίδιο ισχύει και για τις χρήσεις γης.
Κάθε παρέμβαση μετά από μια μεγάλη καταστροφή οφείλει να γίνεται με απόλυτη διαφάνεια, αυστηρό δημόσιο έλεγχο και σεβασμό στο περιβάλλον, ώστε να μην υπάρχει καμία σκιά ως προς τις πραγματικές προτεραιότητες της Πολιτείας.
Η κοινωνία, όμως, ζητά κάτι περισσότερο από τη διαχείριση των συνεπειών.
Μετά από κάθε πυρκαγιά, η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στις αποζημιώσεις, στα επιδόματα και στη διαχείριση της επόμενης ημέρας.
Η στήριξη των πληγέντων είναι αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας.
Δεν μπορεί, όμως, να υποκαθιστά την πρόληψη.
Δεν μπορεί να υποκαθιστά τον σχεδιασμό.
Δεν μπορεί να υποκαθιστά την ευθύνη.
Πίσω από αυτή τη λογική διακρίνεται σταδιακά μια αντίληψη που περιορίζει τον ρόλο του κράτους στην εκ των υστέρων διαχείριση της καταστροφής, αντί να επενδύει συστηματικά στην αποτροπή της.
Την ίδια στιγμή, το σύστημα πολιτικής προστασίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, αλληλοεπικαλύψεις ευθυνών και ελλείμματα συντονισμού.
Όταν εμπλέκονται πολλοί φορείς χωρίς σαφείς ρόλους, η ευθύνη διαχέεται.
Και όταν η ευθύνη διαχέεται, η λογοδοσία αποδυναμώνεται.
Παράλληλα, η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από ενοικιαζόμενα μέσα, εποχικό προσωπικό και ελαστικές μορφές απασχόλησης δεν μπορεί να αποτελεί τη βάση ενός σύγχρονου συστήματος πολιτικής προστασίας.
Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος δεν μπορεί να οργανώνεται με όρους προσωρινότητας.
Χρειάζεται μόνιμο προσωπικό, σύγχρονα μέσα, διαρκή εκπαίδευση, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και ενιαίο επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Η χώρα χρειάζεται μια νέα αντίληψη για την πολιτική προστασία.
Μια αντίληψη που θα δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη, στη σωστή διαχείριση του δημόσιου και φυσικού χώρου, στην προστασία των υποδομών, στη διαφάνεια, στον επιστημονικό σχεδιασμό και στη λογοδοσία.
Γιατί όσο γνωρίζουμε ότι οι κίνδυνοι μεγαλώνουν, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ευθύνη της Πολιτείας να προλαμβάνει και όχι απλώς να διαχειρίζεται τις συνέπειες.
Οι πυροσβέστες, οι εθελοντές και όλοι όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αξίζουν τον απόλυτο σεβασμό και την ευγνωμοσύνη μας.
Η Πολιτεία, όμως, τους οφείλει κάτι περισσότερο.
Τους οφείλει ένα σύστημα που θα μαθαίνει από τις αποτυχίες του, θα διορθώνει τις αδυναμίες του και δεν θα αναπαράγει, κάθε καλοκαίρι, τις ίδιες τραγωδίες.
Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την πολιτική αδράνεια.
Γιατί η προστασία της ανθρώπινης ζωής, του φυσικού περιβάλλοντος και της δημόσιας περιουσίας δεν αρχίζει όταν εκδηλωθεί η φωτιά.
Αρχίζει πολύ πριν από την πρώτη σπίθα