Το 1994 ο Θεόδωρος Πάγκαλος χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο ‘ο κύριος τίποτα’ για να περιγράψει τον αντίπαλο του στο Δήμο Αθηναίων Δημήτρη Αβραμόπουλο και μας εξέπληξε όλους.
Γιατί ήταν η πρώτη φορά που κάποιος χρησιμοποιούσε έναν τόσο μειωτικό όρο για έναν άλλο πολιτικό άνδρα και γιατί τότε δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι στο μέλλον η πολιτική ζωή της χώρας θα γέμιζε από πολιτικούς ‘τιποτάδες’ που με περίσσειο θράσος και έπαρση θα πίστευαν ότι είναι ικανοί για όλα.
Και πόσο δίκιο έχει ο σοφός λαός που λέει ότι ‘όσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού, τόσο πιο πολύ φαίνεται ο κώλος της’.
Όλοι αυτοί ο φελλοί της πολιτικής, δεν αντιλαμβάνονται ότι επιπλέουν μεν, αλλά χωρίς να μπορούν να κρατηθούν στον αφρό από μόνοι τους.
Στηριζόμενοι στις δουλοπρεπείς εξυπηρετήσεις που παρέχουν στους προϊσταμένους τους και κάνοντας γι αυτούς τη βρώμικη δουλειά, νομίζουν ότι μπορούν να κρατηθούν για πάντα στον αφρό.
Δεν καταλαβαίνουν ότι η κορυφή είναι δύσκολη και χωρίς πολιτικό έρμα, με μοναδικό προσόν την πολιτική αλητεία και το θράσος, δεν μπορούν να μείνουν εκεί για πολύ.
Και όταν αποκαλυφθούν, ο πρώτος που θα τους αδειάσει θα είναι το αφεντικό τους. Και πολύ τους ανέχτηκε…
Αντί να κρυφτούν, που από το τίποτα έγιναν βουλευτές, συνεχίζουν να βρίζουν, να προκαλούν και να λασπολογούν για να ανέβουν ψηλότερα.
Νομίζουν ότι, κλέβοντας το κράτος, προσβάλλοντας ανθρώπους και παρατάξεις, προκαλώντας δημοσιογράφους με μοναδικό αποκούμπι τις υπηρεσίες, όχι στην παράταξη, αλλά στον αρχηγό θα τα καταφέρουν.
Και να το αποτέλεσμα… Έγινε για μια εβδομάδα υπουργός, κι αμέσως μετά επιστρέφει στο τίποτα που ήταν, γιατί κάηκε και κανείς δεν θα τον χρειαστεί πια. Άντε γεια!
